english
Κατηγορίες
Συμβουλευτική

Τι είναι μάθηση;

Η μάθηση ορίζεται ως η μόνιμη αλλαγή της συμπεριφοράς σαν αποτέλεσμα μιας εμπειρίας.

Η μάθηση ορίζεται ως η μόνιμη αλλαγή της συμπεριφοράς σαν αποτέλεσμα μιας εμπειρίας. Επιτυγχάνεται μέσω άμεσων (βιώματα) ή έμμεσων εμπειριών (διάβασμα). Η αλλαγή της συμπεριφοράς μπορεί να είναι θετική όπως, για παράδειγμα, ένας μαθητής που μαθαίνει, παρατηρώντας τον δάσκαλό του, να διαβάζει περισσότερο· ή αρνητική, να μη μπαίνει μέσα στην τάξη ακολουθώντας κάποιους συμμαθητές του.

Είδη μάθησης

  • Διαδικαστική: αφορά την ικανότητα του ατόμου να εκτελεί μια ενέργεια "γνωρίζω πως", π.χ. να γράφω.
  • Δηλωτική: σχετίζεται με την αποθήκευση γνώσεων στη μνήμη, π.χ. κατανόηση ιστορίας.

Πως μαθαίνουμε; Η διαδικασία της μάθησης εξηγείται ανάλογα τη θεωρία που μελετάμε.

Κλασική εξαρτημένη μάθηση

Ο Pavlov[1] μέσα από πειράματα που έκανε τον 20ο αιώνα απέδειξε πως η μάθηση συντελείται μέσα από τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος ή ερεθίσματος-αντίδρασης. Για παράδειγμα παρατήρησε πως ο σκύλος έκρινε σάλιο όχι μόνο στη εικόνα του φαγητού που του έδινε, αλλά και σε ένα εξαρτημένο ερέθισμα που ήταν ένας συγκεκριμένος ήχος που συνόδευε το φαγητό κάθε φορά. Για να το θέσουμε σε σχολικές συνθήκες, μάθηση επιτελείται όταν ένας μαθητής συνδέσει το μάθημα με ευχάριστες στιγμές.

Συντελεστική μάθηση

Βρισκόμαστε πια ξεκάθαρα στο κίνημα του Συμπεριφορισμού[2]. Εδώ υποστηρίζεται η άποψη πως η μάθηση συντελείται μέσα από την ενίσχυση. Θεμελιώδης αρχή αυτής της θεωρίας είναι πως η συμπεριφορά έχει συνέπειες και αν έχει θετικές συνέπειες για το άτομο τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να την επαναλάβει. Ο Skinner[3], ως κύριος εκπρόσωπος της συντελεστικής μάθησης, υποστήριξε ότι η ανταμοιβή ή η τιμωρία μπορούν να οδηγήσουν σε επανάληψη ή εξάλειψη μιας συμπεριφοράς αντίστοιχα. Πραγματοποίησε αρκετά πειράματα σε ζώα, όπως το πείραμα που μαθαίνει σε περιστέρια να παίζουν πινγκ-πονγκ για να λάβουν ως ανταμοιβή τροφή. Κλασικό παράδειγμα στην τάξη είναι ο λεκτικός έπαινος σε ένα μαθητή που είπε σωστά το μάθημα.

Γνωστικές θεωρίες μάθησης

Οι γνωστικές θεωρίες εστιάζουν στο άτομο και πως επεξεργάζεται τις πληροφορίες που δέχεται από το περιβάλλον. Το άτομο σύμφωνα με τους εκπροσώπους της γνωστικής προσέγγισης με κυριότερο τον Piaget[4] μαθαίνει αξιοποιώντας τη μνήμη, την κρίση και τη λογική.  Άρα η μάθηση είναι αποτέλεσμα νοητικών λειτουργιών.

Στο πλαίσιο της γνωστικής θεωρίας συναντάμε τη θεωρία κοινωνικής μάθησης και τον Bandura[5] ως βασικό εκφραστή της. Η ιδέα που διέπει αυτή τη θεώρηση είναι πως οι άνθρωποι μαθαίνουν μέσω της παρατήρησης άλλων ανθρώπων ή μέσω άμεσης προσωπικής εμπειρίας.

ΥΓ: Όλες οι θεωρίες έχουν κοινά σημεία αφού η μία είναι εξέλιξη της άλλης. Έχουν δεχτεί κριτική και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε όλες τις περιπτώσεις αδιακρίτως.


[1] Ivan Petrovich Pavlov, Ρώσος ψυχολόγος (1849-1936). [2] Ο συμπεριφορισμός ήταν το κυρίαρχο ρεύμα στην ψυχολογία την περίοδο 1930-1950. Το ερευνητικό ενδιαφέρον είναι προσανατολισμένο στη μέτρηση της συμπεριφοράς, ενώ αγνοείται και απορρίπτεται η νοητική δραστηριότητα. [3] Burrhus Frederic Skinner, Αμερικάνος ψυχολόγος (1904 – 1990). [4] Jean William Fritz Piaget, Ελβετός ψυχολόγος (1896 - 1980). [5] Albert Bandura, Καναδοαμερικανός ψυχολόγος (1925 -2021).

Βιβλιογραφία

Βοσνιάδου, Σ. (2005). Εισαγωγή στην Ψυχολογία, Τόμος Α, Εκδόσεις Gutenberg.

Κολιάδης, Ε. (2006). Θεωρίες Μάθησης και Εκπαιδευτική Πράξη, τ. Β’ Κοινωνικογνωστικές Θεωρίες. Αθήνα.

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.